Προχωρούσε γρήγορα, χέρια στις τσέπες. Είχε καμπουριάσει σε μια προσπάθεια να αποφύγει το κρύο, το κασκόλ κάλυπτε το πρόσωπο του ως τη μύτη, τα μάτια του όμως παρέμεναν εκτεθειμένα και είχαν δακρύσει. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Κατέβηκε με ταχύτητα τις σκάλες του σταθμού και κατευθύνθηκε προς το μετρό. Το τρένο ήταν στην αποβάθρα και επιτάχυνε κι άλλο το βήμα του. Όλα τα βαγόνια ήταν γεμάτα, μπήκε σε ένα και στάθηκε όρθιος. Ένιωσε εξαντλημένος κι ήθελε να κάτσει. Είχε κουραστεί να τρέχει. Ένα βουητό, προειδοποίηση ότι οι πόρτες κλείνουν και μια φωνή ότι ο συρμός αναχωρεί ακούστηκαν. Σε μια απόφαση της στιγμής πετάχτηκε έξω από το τρένο και πήγε κι έκατσε σε μια θέση στην αποβάθρα. Θα περίμενε το επόμενο, ίσως το επόμενο να ταν πιο άδειο και να βρισκε μια θέση να κάτσει. Και περίμενε και τα τρένα περνάγανε και αυτός καθόταν απλά εκεί, παρατηρούσε τους επιβατες να μπαίνουν και να βγαίνουν βιαστικοί από τα βαγόνια με τα μάτια του ακόμα δακρυσμένα από το κρύο και φαινόταν σαν να θρηνούσε για κάτι ή για κάποιον και μερικοί απο τον κόσμο που τον προσπέρναγε γύρναγαν και τον κοίταζαν περίεργα και αυτή η σκέψη τον διασκέδασε και χαμογέλασε. Δε θα έτρεχε. Όχι σήμερα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου