Οι γονείς μου από μωρό που τους ξέρω έχουν ένα θεματάκι με
την τεχνολογία. Υπολογiστές,
λάπτοπ, κινητά, σταθερά, ρούτερ, εκτυπωτές, τηλεοράσεις πάντα τους δυσκόλευαν
στη χρήση κι είναι λίγο σαν πράγματα του διαβόλου, γιατί τελικά μας περιπλέκουν
τη ζωή αντί να τη διευκολύνουν και μας αποξενώνουν και χάνεται η επικοινωνία μέσα στην οικογένεια και κάτι άλλα που δεν τα θυμάμαι τώρα και μόνο
με την καφετιέρα έχουν καταφέρει κι έχουν αναπτύξει καλές σχέσεις. Για
παράδειγμα ο υπολογιστής μου έχει κατηγορηθεί για ένα σωρό πράγματα κι αυτός
φταίει πάντα άμα δε διαβάζω, άμα είμαι κουρασμένος, άμα χάνω την υπομονή μου, άμα αρρωσταίνω, άμα έχω πονοκέφαλο, άμα
έχω πονόκοιλο, άμα έχω πονόδοντο, άμα κάνει κακό καιρό, που δεν τρώω φρούτα, γιατί είπαμε είναι πράγματα του διαβόλου αυτά, μόνο που εδώ δεν
πιάνει το ξεμάτιασμα, μόνο το ξύλωμα ή το εκπαραθύρωμα. Βέβαια αν κάνουν κάτι
τέτοιο εγώ θα σηκωθώ να φύγω από το σπίτι και θα πάω να γίνω ερημίτης σε κάνα ίντερνετ
καφέ να βρω τη γαλήνη μου.
Έτσι, μικρός δεν είχα ούτε κινητό ούτε πλέι στέισον ούτε εξ
μποξ ούτε γκέιμ μπόι κόλορ ούτε γκέιμ μπόι αντβάνς πήρα κατευθείαν το εσπι και πριν βάλετε τα κλάματα για τη δύσκολη παιδική ηλικία που πέρασα, να σας πω
ότι ουδέποτε τα αποζήτησα και μια χαρά φυσιολογικός βγήκα που έπαιζα με πλειμομπίλ
και διάβαζα μικρό νικόλα μέχρι τα 12 και που ντάξει μικρό νικόλα ακόμα διαβάζω.
Συχνά πυκνά, λοιπόν, πάμε με τους γονείς μου και τον αδελφό
μου και μένουμε στο εξοχικό μας σε μία καταπληκτική μέση του
πουθενά για να ξεφύγουμε από όλα αυτά τα μαραφέτια γιατί εκεί ούτε υπολογιστή έχουμε, ούτε ίντερνετ, ούτε τίποτα μόνο καφετιέρα και να χαλαρώσουμε, να
απολαύσουμε τη θέα από τη βεράντα μας το σούρουπο, να χαζέψουμε τα αστέρια τη νύχτα και που τις υπόλοιπες ώρες δε ξέρω να σας πω τι κάνουμε γιατί
κοιμάμαι.
Η διαμονή μας στην εξοχή συνδυάζεται και με μια πεζοπορία σε κάποιο από τα δέκα χιλιάδες μονοπάτια της περιοχής, λες και άλλη δουλειά
δεν είχαν οι άνθρωποι τα παλιά τα χρόνια και κάθονταν και άνοιγαν μονοπάτια,
για να έρθουμε κοντά στη φύση, να γυμναστούμε και να εισπνεύσουμε καθαρό αέρα
πριν γυρίσουμε στην Αθήνα και πλακωθούμε στα τσιγάρα και τις μπύρες. Αυτές οι πεζοπορίες εμένα
δε με ξετρελαίνουν κιόλας γιατί απλά περπατάμε και κοιτάμε τα δέντρα και τα
λουλούδια και ακούμε τα πουλιά να κελαηδάνε και παίρνουμε ένα πολύ σοφιστικέ
ύφος ότι και καλά τώρα απολαμβάνουμε το τοπίο και επικοινωνούμε με το φυσικό
περιβάλλον και διάφορα άλλα γιόγκικα που εμένα μου φαίνονται πολύ αστεία αλλά
δε λέω τίποτα και περπατάω ήσυχα ήσυχα ακούγοντας τη μουσική μου. Επίσης τα
μονοπάτια αυτά απαιτούν δεξιότητες νίντζα να τα περπατήσεις γιατί έχει παντού
κοπριές και αναγκάζεσαι να πηγαίνεις χοροπηδώντας και που ειλικρινά δε θα θελα να ξερα τι τα ταΐζουν τα γαϊδούρια τους εκεί πέρα. Εγώ λοιπόν
αισθάνομαι κάπως σαν το λιοντάρι στη Μαδαγασκάρη την πρώτη που το πήραν από το όμορφο κι άνετο κλουβί
του με τις μπριζολίτσες του και τα όλα του, και το κουβαλήσανε μέσα στους
φοίνικες, τους θάμνους, τα αγκάθια και τους ιστούς και οι γονείς μου είναι κάπως σαν τη
ζέβρα που ήθελε φύση και περιπέτεια αντί να κάτσει στα αβγά της και θέλω να τους καρυδώσω όπως το λιοντάρι τη ζέβρα αν θυμάστε, αλλά ντάξει δε λέει γιατί γονείς μου είναι δεν είναι σωστό.
Το πόιντ που θέλω να καταλήξω είναι ότι έτσι όπως μας βλέπω
δεν είμαστε και η πιο εξοικειωμένη γενιά με τη φύση κι ότι αν ο Μόγλης ζούσε σήμερα
λογικά θα τους παράταγε στο μισάωρο τους λύκους και τον Μπαλού να πάει να
παίξει προ ή μάντατζερ ή κοντ κι ότι καμιά φορά στο λεωφορείο που παρατηρώ τους συνομήλικούς μου που είναι όλη την ώρα με το κινητό στο χέρι και δε σηκώνουν το
κεφάλι για κανένα λόγο και περνάει το λεωφορείο τη στάση τους και δεν παίρνουν
είδηση τίποτα, διερωτώμαι που οδεύουμε σαν πολιτισμός κι αν τελικά θα ταν
καλύτερα να καταστραφεί ο κόσμος τώρα μεθαύριο να ησυχάσουμε και μετά που
φτάνω σπίτι αράζω στο πισι κι έχω δίπλα και το κινητό και το λάπτοπ ε και δεν
τα σκέφτομαι όλα αυτά πλέον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου