Όπως κάθε μπλόγκερ, τουητεράς, φεισμπουκάς, τουμπλουράς,
δημοσιογράφος σε ονλάιν εφημερίδα, δημοσιογράφος σε έντυπη εφημερίδα, δημοσιογράφος χωρίς εφημερίδα που κρατάει σημειώσεις στις χαρτοπετσέτες της
τραπεζαρίας, αποφάσισα να γράψω κι εγώ κάτι για τη Χρυσή Αυγή.
Το κείμενο που ακολουθεί, λοιπόν, είναι μια μνεία στον Έλληνα Χρυσαυγίτη όπως τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε
και παράλληλα μια προσπάθεια να σκιαγραφήσουμε το προφίλ του.
Ποιος και τι είναι ο Έλληνας Χρυσαυγίτης?
(Υποτιμητικές και κακοπροαίρετες απαντήσεις από απαίδευτους
του τύπου «ξύλο απελέκητο, μπετόβλακας, τούβλο, στόκος, ντουβάρι» και οτιδήποτε
άλλο έχει σχέση με οικοδομή, τις παραβλέπω)
Το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό, όταν ακούμε τη λέξη Χρυσαυγίτης είναι ένας ξυρισμένος γουλί φουσκωτός με μαύρη φανέλα, η οποία
φέρει στην πλάτη το κάτι σαν αγκυλωτό σταυρό κάτι σαν τουβλάκι του τέτρις-λογότυπο της Χρυσής Αυγής.
Όλοι τον έχουμε
συναντήσει και θαυμάσει από κοντά κάποια στιγμή στη ζωή μας, τη μισή εκείνη
φορά που πήγαμε στο γυμναστήριο της γειτονιάς μας, αποφασισμένοι να χτίσουμε το
σώμα που πάντα ονειρευόμασταν. Τελικά αποφασίσαμε ότι εμείς έχουμε θέσει άλλες
προτεραιότητες στη ζωή μας όπως τη λογοτεχνία, το θέατρο, την ποίηση, το
σουβλάκι και δε ξαναπατήσαμε.
Με το που πατήσαμε το πόδι μας, λοιπόν, στο γυμναστήριο και
ξεπεράσαμε το πρώτο σοκ που όντως γυμνάζονται εκεί μέσα και δε χαζολογάνε όπως
εμείς όταν πάμε για τζόκινγκ με τον κολλητό μας, πέσαμε πάνω στην παραφουσκωμένη ντουλάπα που απ τη μία σήκωνε με μανία 250 κιλά και απ την άλλη την έπεφτε στην
ασχημομούρα-γουαναμπι Πάμελα Άντερσον γκόμενα
δίπλα του. Ένα, λοιπόν, χαρακτηριστικό του Χρυσαυγίτη, που έχει υποπέσει στην αντίληψη όλων μας, εκτός ίσως απ της γριάς που της κουβαλάει τα ψώνια απ το σούπερ μάρκετ στο σπίτι, η οποία και υποφέρει από αστιγματισμό, μυωπία, πρεσβυωπία και καταρράκτη μαζί, είναι το υπερβολικό του
φούσκωμα. Μια εξήγηση γι αυτό είναι οι πρωτεΐνες, βιταμίνες, κρεατίνες, αμφεταμίνες,
σοκολατίνες και γενικά όλα τα εις –ίνες που καταναλώνει, προκειμένου να έχει το καλύτερο
δυνατό αποτέλεσμα και να βγει κορμάρα στην παραλία το καλοκαίρι να την πέσει σε κάνα γκομενάκι
που όταν τελικά το ρίξει και πάει να γαμήσει, δεν του σηκώνεται. Γιατί όλα
έχουν το τίμημα τους, δε γίνεται και φουσκωμένος και να γαμάς, θα ήταν άδικο
για μας τους υπόλοιπους Μια δεύτερη εξήγηση, πιο επιστημονική, είναι ότι είναι
τρόμπας, εξ’ ου και το φούσκωμα.
Τέτοιου τύπου Χρυσαυγίτες, όμως, δε ξεφύτρωσαν ξαφνικά. Υπήρχαν
από πάντα, εμείς τους κοροϊδεύαμε, αυτοί δεν παίρναν γραμμή τίποτα κι ήμαστε
όλοι ευτυχισμένοι. Και προφανώς δεν αποτελούν το 14% των Ελλήνων ψηφοφόρων,
εκτός κι αν αληθεύουν οι φήμες που τους θέλουν τα τελευταία χρόνια να παρακολουθούν
εντατικά σεμινάρια με τίτλο «πως να ρίχνετε έγκυρη ψήφο στην κάλπη», οπότε σ
αυτή την περίπτωση εξηγείται η μακροχρόνια εκλογική τους ανυπαρξία.
Ο νέος τύπος Χρυσαυγίτη είναι ο απογοητευμένος, απηυδισμένος,
απελπισμένος, συντετριμμένος από την κρίση και το σάπιο ελληνικό πολιτικό
σκηνικό μέσος Έλληνας, που λογικότατα, όντας αγωνιστής και επαναστάτης από τα
γεννοφάσκια του, στράφηκε στη ριζοσπαστική, αντισυστημική Χρυσή Αυγή. Βέβαια εκτός αυτών τυχαίνει να είναι και φασίστες, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει, γιατί που
είναι το φασιστικό και το ρατσιστικό στο
να θέλεις να έχει πρώτα ο Έλληνας δουλειά και μετά ο μετανάστης και βασικά καθόλου
ο μετανάστης, να πάει πίσω στη χώρα του αυτός. Εξάλλου, είναι συνταγματικά
κατοχυρωμένο ότι στη χώρα σου έχεις περισσότερα δικαιώματα από τον ξένο και
επίσης είσαι πιο έξυπνος και όμορφος, γιατί αυτός είναι μαύρος. Όλα αυτά τα
γράφει στο Σύνταγμα. Συνεπώς, ο Έλληνας ούτε φασίστας είναι, ούτε ρατσιστής,
ούτε οπισθοδρομικός, ούτε συντηρητικός και πως θα μπορούσε άλλωστε αφού ρέει το
αίμα του Περικλή στις φλέβες του κι έχει τη δημοκρατία στο dna του. Επίσης είχε πολεμήσει τους κακούς ναζί το '40, όπως διδάσκεται στο μάθημα της ιστορίας της πέμπτης δημοτικού, όπου και κατανοεί σε βάθος τους κινδύνους του φασισμού. Να τα
λέμε αυτά.
Έτσι το συμπεράσμα που προκύπτει αβίαστα είναι, είτε ότι ο
Έλληνας βαρέθηκε να πηδάει την πολωνέζα, βουλγάρα, ρωσίδα καθαρίστρια και θέλει
επιτέλους να απολαύσει τη ντόπια ομορφιά, είτε ότι κουράστηκε να ακούει μόνο
αλβανικά στην οικοδομή του εξοχικού του κι αποφάσισε τελικά να μην το χτίσει,
είτε ότι, όντας μέγας φιλάνθρωπος, τον πιάνει η καρδιά του να βλέπει τον πεινασμένο
και εξαθλιωμένο Πακιστανό στα φανάρια της Κηφισίας και θέλει να τον στείλει να πεινάει πίσω στη
χώρα του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου